Κυριακή 27 Αυγούστου 2017

Εγγονόπουλος Nίκος «Τίμων ο Αθηναίος»

















Εφανταζούντανε εαυτόν
Σαν ψωριασμένο λύκο
καθώς όλ' οι άνθρωποι
αλυχτούσανε γύρω του
οι λυσσαγμένοι σκύλοι
αλλ' επί τέλους εκατάλαβε
-πόσον αργά Θεέ μου!
πόσο αργά-πως έτσι
π ά ν τ α γίνεται:
να επιτίθενται οι άνθρωποι
- άγρια κι αλύπητα -
στον κάθε μεμονωμένο τους συνάνθρωπο
όμοιοι με λυσσασμένα σκυλιά
…
 «Ποίηση 1948»:

«τούτη η εποχή
του εμφυλίου σπαραγμού
δεν είναι εποχή για ποίηση
κι” άλλα παρόμοια :
σαν πάει κάτι να γραφή
είναι ως αν να γράφονταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων θανάτου
γι” αυτό και τα ποιήματά μου
είν” τόσο πικραμένα
(και πότε – άλλωστε – δεν είσαν;)
κι” είναι– προ πάντων -
και τόσο λίγα»
…
Οπτικοποίηση:

Θανάσης Πάνου



















λλλ

Χουάν Ραμόν Χιμένεθ “Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα”





video



juan ramon jimenez (1881-1958)
Νόμπελ Λογοτεχνίας 1956
...
“Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα”
…
Το στόμα σου φύτεψε
μ’ εκείνο το φιλί στο δικό μου
ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα,
κι οι ρίζες τους τρων την καρδιά μου.
Ήταν φθινόπωρο.
Ο άμετρος ουρανός
άρπαξε με τον ήλιο του
όλο το χρυσάφι –κίονες λάμψεων–
από τη ζωή.
Το καλοκαίρι ήρθε σκληρό·
το μπουκέτο μάδησε,
μα άφησε να σπάσουν στα μάτια μου
δύο μπουμπούκια πόνος.
…
(Μτφ.: Γιώργος Κεντρωτής)
…
Ave Maria - Schubert
(Michael Lucarelli, Classical guitar)




















Σάββατο 26 Αυγούστου 2017

Νίκος Καββαδίας «Η μαϊμού»





Κάποτε, σ' ένα μακρινό λιμάνι του Ινδικού,
δίνοντας μια πολύχρωμη, μεταξωτή γραβάτα
σ' έναν αράπη, μια μικρή αγόρασα μαϊμού
με μάτια γκρίζα, σκοτεινά και πονηρία γεμάτα.

Τις πρώτες μέρες μοναχή στης πλώρης μια γωνιά,
ξερνούσε και με κοίταζε βουβή και λυπημένη
μα σαν πέρασε καιρός, ερχόταν μοναχή
κι ώρες πολλές στον ωμό μου ξεχνιόταν καθισμένη.

Στα πόρτα τις αγόραζα μπανάνες και γλυκά
κι έξω μ' ένα μικρό σκοινί την έβγαζα δεμένη
κι αφού σ' όλα καθόμασταν και πίναμε τα μπαρ
στο φορτηγό γυρίζαμε κι οι δυο μας μεθυσμένοι.

Κάποια φορά που πήγαινα μαζί της σκεφτικός
εξέφυγ' απ' τα χέρια μου χαρούμενη και πάει.
Είχε προτέρημα πολύ μεγάλο: Να σιωπάει.
Μα είχε κι απ' την ύπουλη καρδιά της γυναικός.






















Μίλτος Σαχτούρης «Τα Δώρα» «Ορυχείο»






«Τα Δώρα»
…
Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασα
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό
Δύο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει την καρδιά μας καρφώνει;
ναι την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής









…
«Ορυχείο»
…
Σου γράφω γεμάτη τρόμο μέσα από μια στοά νυχτερινή
φωτισμένη από μιαν ελάχιστη λάμπα σα δαχτυλήθρα
ένα βαγόνι περνάει από πάνω μου προσεχτικά
ψάχνει τις αποστάσεις του μη με χτυπήσει
εγώ πάλι άλλοτε κάνω πως κοιμάμαι άλλοτε
πως μαντάρω ένα ζευγάρι κάλτσες παλιές
γιατί έχουν όλα γύρω μου παράξενα παλιώσει
Στο σπίτι
χτες
καθώς άνοιξα τη ντουλάπα έσβησε γίνηκε
σκόνη μ’ όλα τα ρούχα της μαζί
τα πιάτα σπάζουν μόλις κανείς τ’ αγγίξει
φοβάμαι κι έχω κρύψει τα πηρούνια και τα μαχαίρια
τα μαλλιά μου έχουν γίνει κάτι σαν στουπί
το στόμα μου άσπρισε και με πονάει
τα χέρια μου είναι πέτρινα
τα πόδια μου είναι ξύλινα
με τριγυρίζουν κλαίγοντας τρία μικρά παιδιά
δεν ξέρω πώς γίνηκε και με φωνάζουν μάνα
Θέλησα να σου γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
όμως έχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα χαρούμενα
Να με θυμάσαι
…
Μίλτος Σαχτούρης, Ποιήματα, 1945-1971
…
Οπτικοποίηση

Θανάσης Πάνου

















Μίλτος Σαχτούρης Το εργοστάσιο «Δεν είναι ο Οιδίποδας»







Μίλτος Σαχτούρης (1919-2005)
Το εργοστάσιο
…
Εργοστάσιο εργοστάσιο
νύχτας και φωτιάς
με ήλιους μεγάλους από τριαντάφυλλα
πυροσβεστικές σκάλες
λεύκες-φαντάσματα με κόκκινα φύλλα
πουλιά απελπισμένα δεμένα με σκληρές
άσπρες κλωστές
φριχτά παιχνίδια
Η νύφη
χαμογελάει
με λεκιασμένο μπράτσο
με ραγισμένο χέρι
με τα βαμμένα νύχια
στην προκυμαία πλάι πλάι το βαπόρι
και παρακάτω η τρικυμία
και παρακάτω ο πνιγμένος
Αυτός Εκείνη
Τα κουρασμένα τ’ άλογα πλάι στη βρύση
η δίψα
κι ακόμα παραπάνω από τη δίψα
Ο Ποιητής
Είχε τους κήπους του κρυμμένους μες στο στόμα του
που κάηκε και γέμισε καπνούς τη χώρα
Εργοστάσιο εργοστάσιο
φρίκης και φωτιάς
…

«Δεν είναι ο Οιδίποδας»
…
Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αίθουσες δωρικές κολόνες
τα πεινασμένα τα φαντάσματα
καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές
να κλαίνε
τα δώματα με τα νεκρά πουλιά
ο Αίγιστος το δίχτυ ο Κώστας
ο Κώστας ο ψαράς ο πονεμένος
ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα
που ανεμίζουνε
νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Κώστας σκοτωμένος
ο Ορέστης σκοτωμένος
ο Αλέξης σκοτωμένος
σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Κώστας ο Ορέστης ο Αλέξης
άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι
με φώτα με σημαίες με δέντρα
φωνάζουν τη Μαρία να κατέβει κάτω
φωνάζουν τη Μαρία να κατέβει από τον ουρανό
τ’ άλογα τ’ Αχιλλέα πετούν στον ουρανό
βολίδες συνοδεύουνε το πέταμα τους
ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο
και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι
γεμάτο οινόπνευμα
τότε νυχτώνει η σιωπή στους δρόμους
και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του
παιδιά τον ακλουθάνε στις μύτες των ποδιών
δεν είναι ο Οιδίποδας
είναι ο Ηλίας της λαχαναγοράς
παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα

είναι ο νεκρός Ηλίας της λαχαναγοράς





























Paul Valéry-Το φιλικό δάσος

video Πλάι‐πλάι, σκεφτόμαστε πράγματα αγνά, μες στων δρόμων τα μάκρη μαζί περπατώντας, απ’ τα χέρια κ...